contaminant
Pronunciation
/kənˈtæmənənt/

Ορισμός και σημασία του "contaminant"στα αγγλικά

01

ρύπος, μολυσματική ουσία

a substance or agent that makes something impure or harmful by contact or mixture
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
contaminants
Παραδείγματα
The cleanup crew worked diligently to remove oil spills from the shoreline, preventing further contamination of the beach with harmful contaminants.
Η ομάδα καθαρισμού εργάστηκε επιμελώς για να αφαιρέσει τις πετρελαιοκηλίδες από την ακτογραμμή, αποτρέποντας την περαιτέρω μόλυνση της παραλίας με επιβλαβή ρύπους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store