Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
consummate
01
τελειωμένος, τέλειος
showing the highest level of skill or mastery in a particular activity
Παραδείγματα
He is a consummate musician with decades of experience.
Είναι ένας τελειότατος μουσικός με δεκαετίες εμπειρίας.
02
τέλειος, αψεγάδιαστος
fully developed and flawless in every way, possessing all the qualities needed to be perfect
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most consummate
συγκριτικός βαθμός
more consummate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She is the consummate host, making every guest feel welcome.
Είναι η τέλεια οικοδέσποινα, κάνοντας κάθε επισκέπτη να αισθάνεται ευπρόσδεκτος.
03
τελειωμένος, τέλειος
complete or absolute in the highest degree
Παραδείγματα
He made a consummate fool of himself at the party.
Έκανε τον εαυτό του απόλυτο ανόητο στο πάρτι.
to consummate
01
ολοκληρώνω, τελειοποιώ
to complete a marriage or relationship through sexual intercourse
Transitive: to consummate a relationship
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
consummate
γ΄ ενικό πρόσωπο
consummates
ενεστώτα μετοχή
consummating
απλός αόριστος
consummated
παθητική μετοχή
consummated
Παραδείγματα
The couple consummated their marriage on their wedding night.
Το ζευγάρι ολοκλήρωσε τον γάμο τους τη νύχτα του γάμου τους.
02
ολοκληρώνω, στεφανώνω
to bring something to its highest level of completion, excellence, or perfection
Transitive: to consummate sth
Παραδείγματα
The artist consummated his career with a masterpiece.
Ο καλλιτέχνης ολοκλήρωσε την καριέρα του με ένα αριστούργημα.
Λεξικό Δέντρο
consummately
consummate



























