consultation
Pronunciation
/ˌkɑnsəɫˈteɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "consultation"στα αγγλικά

01

συμβουλευτική

the act or process of discussing something with a person or a group of people
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
consultations
Παραδείγματα
The IT department held a consultation with the software vendors to address the security issues.
Το τμήμα πληροφορικής πραγματοποίησε συμβουλευτική με τους προμηθευτές λογισμικού για την αντιμετώπιση των ζητημάτων ασφαλείας.
02

συμβουλευτική, συζήτηση

a formal meeting or discussion, often with an important or authoritative person
Παραδείγματα
She requested a private consultation with the judge.
Ζήτησε μια ιδιωτική συμβουλευτική με τον δικαστή.
03

συμβουλευτική, συζήτηση

a discussion between two or more people to consider a specific question or problem
Παραδείγματα
Scientists held a consultation to review the research findings.
Οι επιστήμονες πραγματοποίησαν μια συμβουλευτική για να αναθεωρήσουν τα ευρήματα της έρευνας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store