Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to construe
01
ερμηνεύω, καταλαβαίνω
to interpret a certain meaning from something
Transitive: to construe a concept or idea
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
construe
γ΄ ενικό πρόσωπο
construes
ενεστώτα μετοχή
construing
απλός αόριστος
construed
παθητική μετοχή
construed
Παραδείγματα
Lawyers often construe legal documents to understand their implications.
Οι δικηγόροι συχνά ερμηνεύουν νομικά έγγραφα για να κατανοήσουν τις επιπτώσεις τους.
Λεξικό Δέντρο
misconstrue
construe



























