Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to construe
01
ερμηνεύω, καταλαβαίνω
to interpret a certain meaning from something
Transitive: to construe a concept or idea
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
construe
γ΄ ενικό πρόσωπο
construes
ενεστώτα μετοχή
construing
απλός αόριστος
construed
παθητική μετοχή
construed
Παραδείγματα
Scientists aim to construe the implications of experimental results to advance their understanding.
Οι επιστήμονες στοχεύουν να ερμηνεύσουν τις επιπτώσεις των πειραματικών αποτελεσμάτων για να προωθήσουν την κατανόησή τους.
Λεξικό Δέντρο
misconstrue
construe



























