Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
constricted
01
συμπιεσμένος, τεταμένος
especially tense; especially in some dialects
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most constricted
συγκριτικός βαθμός
more constricted
διαβαθμίσιμο
02
στενωμένος, συμπιεσμένος
made narrower by applying more pressure
Παραδείγματα
His constricted arteries reduced blood flow to his heart.
Οι στενωμένες αρτηρίες του μείωσαν τη ροή του αίματος στην καρδιά του.
Λεξικό Δέντρο
unconstricted
constricted
constrict



























