Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
constricted
01
συμπιεσμένος, τεταμένος
especially tense; especially in some dialects
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most constricted
συγκριτικός βαθμός
more constricted
διαβαθμίσιμο
02
στενωμένος, συμπιεσμένος
made narrower by applying more pressure
Παραδείγματα
Anxiety gave her a constricted sensation in her chest.
Το άγχος της έδωσε μια σφιχτή αίσθηση στο στήθος.
Λεξικό Δέντρο
unconstricted
constricted
constrict



























