Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to conspire
01
συνωμοτώ, σπρώχνω συνωμοσία
to make secret plans with other people to commit an illegal or destructive act
Transitive: to conspire to do sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
conspire
γ΄ ενικό πρόσωπο
conspires
ενεστώτα μετοχή
conspiring
απλός αόριστος
conspired
παθητική μετοχή
conspired
Παραδείγματα
The political scandal involved high-profile figures conspiring to manipulate public opinion.
Το πολιτικό σκάνδαλο αφορούσε υψηλού προφίλ πρόσωπα που συνωμοτούσαν να χειραγωγήσουν την κοινή γνώμη.
Λεξικό Δέντρο
coconspire
conspirative
conspirator
conspire



























