consoling
con
kən
kēn
so
ˈsəʊ
sew
ling
lɪng
ling
consuming

Ορισμός και σημασία του "consoling"στα αγγλικά

01

καθησυχαστικός, παρηγορητικός

affording comfort or solace 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most consoling
συγκριτικός βαθμός
more consoling
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, support, communication

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

consolingly
consoling
console
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store