Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
consoling
01
καθησυχαστικός, παρηγορητικός
affording comfort or solace
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most consoling
συγκριτικός βαθμός
more consoling
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, support, communication
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
consolingly
consoling
console



























