Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Consolation
01
παρηγοριά, κατευνασμός
the act of providing comfort to someone who is upset or disappointed
Παραδείγματα
His pet dog offered constant consolation after his loss, always by his side.
Το κατοικίδιο σκυλί του προσέφερε συνεχή παρηγοριά μετά την απώλειά του, πάντα στο πλευρό του.
02
παρηγοριά, ανακούφιση
a specific thing that provides comfort to someone
Παραδείγματα
Her close friend acted as a consolation, always ready to listen and offer support.
Ο στενός της φίλος ενεργούσε ως παρηγοριά, πάντα έτοιμος να ακούσει και να προσφέρει υποστήριξη.
Λεξικό Δέντρο
consolation
console



























