Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
consistent
01
σταθερός, τακτικός
following the same course of action or behavior over time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most consistent
συγκριτικός βαθμός
more consistent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She showed consistent dedication to her studies, earning top grades semester after semester.
Επέδειξε σταθερή αφοσίωση στις σπουδές της, κερδίζοντας τις υψηλότερες βαθμολογίες εξάμηνο μετά εξάμηνο.
02
συνεπής, λογικός
showing an orderly, logical, and harmonious relationship among its parts
Παραδείγματα
The report was consistent in its structure and argumentation.
Η έκθεση ήταν συνεπής στη δομή και την επιχειρηματολογία της.
03
συνεπής, σταθερός
able to be reliably reproduced or repeated
Παραδείγματα
The recipe yields consistent cakes if followed precisely.
Η συνταγή δίνει σταθερά κέικ αν ακολουθείται με ακρίβεια.
04
συνεπής, σταθερός
having the same quality, level, or effect throughout
Παραδείγματα
The coffee has a consistent flavor in every cup.
Ο καφές έχει σταθερή γεύση σε κάθε φλιτζάνι.
Λεξικό Δέντρο
consistently
inconsistent
consistent
consist



























