Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Conservatoire
01
ωδείο, σχολή καλών τεχνών
a schoolhouse with special facilities for fine arts
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
conservatoires



























