Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
consequently
01
συνεπώς, επομένως
used to indicate a logical result or effect
γραμματικές πληροφορίες
ερωτηματικό επίρρημα
Παραδείγματα
The company invested heavily in research and development, and consequently, they launched innovative products that captured a wider market share.
Η εταιρεία επένδυσε σε μεγάλο βαθμό στην έρευνα και ανάπτυξη και, κατά συνέπεια, λάνσαρε καινοτόμα προϊόντα που κατέκτησαν μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς.
02
συνεπώς, επομένως
used to indicate the outcome that occurs due to a specific cause or event
Παραδείγματα
The bridge was damaged in the earthquake; consequently, it was closed for repairs.
Η γέφυρα υπέστη ζημιές από τον σεισμό· κατά συνέπεια, κλείστηκε για επισκευές.
Λεξικό Δέντρο
inconsequently
consequently
consequent
consequ



























