Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
consecutive
01
διαδοχικός, συνεχόμενος
continuously happening one after another
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most consecutive
συγκριτικός βαθμός
more consecutive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The team has suffered consecutive defeats, putting their playoff hopes in jeopardy.
Η ομάδα έχει υποστεί διαδοχικές ήττες, θέτοντας τις ελπίδες των πλέι οφ σε κίνδυνο.
02
διαδοχικός, επακόλουθος
(grammar) referring to a clause or sentence structure that expresses a consequence or result of a preceding action or statement
Παραδείγματα
The sentence " It was raining, so we stayed indoors " contains a consecutive clause indicating the result of the rain.
Η πρόταση "Έβρεχε, γι' αυτό μείναμε μέσα" περιέχει μια διαδοχική πρόταση που δηλώνει το αποτέλεσμα της βροχής.
Λεξικό Δέντρο
consecutively
consecutive



























