Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
consecutive
01
διαδοχικός, συνεχόμενος
continuously happening one after another
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most consecutive
συγκριτικός βαθμός
more consecutive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He scored three consecutive goals in the match, leading his team to victory.
Σκόραρε τρία διαδοχικά γκολ στον αγώνα, οδηγώντας την ομάδα του στη νίκη.
02
διαδοχικός, επακόλουθος
(grammar) referring to a clause or sentence structure that expresses a consequence or result of a preceding action or statement
Παραδείγματα
The phrase "so that" introduces a consecutive clause, explaining the result of the previous action.
Η φράση "έτσι ώστε" εισάγει μια διαδοχική πρόταση, εξηγώντας το αποτέλεσμα της προηγούμενης δράσης.
Λεξικό Δέντρο
consecutively
consecutive



























