Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
conscious
01
συνειδητός, ξάγρυπνος
aware of and responsive to one's surroundings
Παραδείγματα
The driver was conscious and alert despite the accident.
Ο οδηγός ήταν συνειδητός και σε εγρήγορση παρά το ατύχημα.
02
σκόπιμος, συνειδητός
done with purpose
Παραδείγματα
The company took conscious measures to improve safety standards.
Η εταιρεία πήρε συνειδητές μέτρα για τη βελτίωση των προτύπων ασφάλειας.
03
having knowledge of something
Παραδείγματα
The manager is conscious of recent staff complaints.
Ο διαχειριστής είναι συνειδητός των πρόσφατων παραπόνων του προσωπικού.
Λεξικό Δέντρο
consciously
consciousness
nonconscious
conscious



























