conscious
cons
ˈkɑn
καν
cious
ʃəs
σασ
/kˈɒnʃəs/

Ορισμός και σημασία του "conscious"στα αγγλικά

01

συνειδητός, ξάγρυπνος

aware of and responsive to one's surroundings
conscious definition and meaning
Παραδείγματα
The driver was conscious and alert despite the accident.
Ο οδηγός ήταν συνειδητός και σε εγρήγορση παρά το ατύχημα.
02

σκόπιμος, συνειδητός

done with purpose
Παραδείγματα
The company took conscious measures to improve safety standards.
Η εταιρεία πήρε συνειδητές μέτρα για τη βελτίωση των προτύπων ασφάλειας.
03

having knowledge of something

Παραδείγματα
The manager is conscious of recent staff complaints.
Ο διαχειριστής είναι συνειδητός των πρόσφατων παραπόνων του προσωπικού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store