Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Consanguinity
01
συγγένεια αίματος, βιολογική σχέση
the state of being biologically related to someone
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
In some cultures, consanguinity plays a significant role in marriage arrangements, ensuring that familial ties remain strong.
Σε κάποιες κουλτούρες, η συγγένεια παίζει σημαντικό ρόλο στις συμφωνίες γάμου, διασφαλίζοντας ότι οι οικογενειακοί δεσμοί παραμένουν ισχυροί.



























