Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
consanguineous
01
συγγενής, από τον ίδιο πρόγονο
sharing the same ancestor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The two families were consanguineous, having descended from a common ancestor several generations ago.
Οι δύο οικογένειες ήταν συγγενείς κατά αίμα, κατάγονταν από έναν κοινό πρόγονο πριν από αρκετές γενιές.



























