conquest
Pronunciation
/ˈkɑŋkwɛst/

Ορισμός και σημασία του "conquest"στα αγγλικά

01

κατάκτηση

the act of taking possession of an area by using military force
conquest definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
conquests
Παραδείγματα
The general was celebrated for his role in the conquest, though many criticized his methods.
Ο στρατηγός τιμήθηκε για το ρόλο του στην κατάκτηση, αν και πολλοί επέκριναν τις μεθόδους του.
02

κατάκτηση, προσωπική νίκη

the achievement of mastering or overcoming something challenging
Παραδείγματα
For many, quitting smoking is a hard-won conquest.
Για πολλούς, το να σταματήσουν το κάπνισμα είναι μια δύσκολα κερδισμένη κατάκτηση.
03

κατάκτηση, αποπλάνηση

an act of winning the love or sexual favor of someone
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store