conk
conk
kɑnk
κανκ
/kˈɒnk/

Ορισμός και σημασία του "conk"στα αγγλικά

01

μύτη, ρινάρι

a slang term for nose that is often used in informal contexts
conk definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
conks
to conk
01

λιποθυμώ, χάνω τις αισθήσεις μου

to suddenly lose consciousness, often due to exhaustion, shock, or injury
to conk definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
conk
ενεστώτας
conk out
γ΄ ενικό πρόσωπο
conks out
ενεστώτα μετοχή
conking out
απλός αόριστος
conked out
παθητική μετοχή
conked out
Παραδείγματα
The long hours of work caused her to conk in the middle of the meeting.
Οι μεγάλες ώρες εργασίας την έκαναν να λιποθυμήσει στη μέση της συνάντησης.
02

πεθαίνω, αποθνήσκω

pass from physical life and lose all bodily attributes and functions necessary to sustain life
to conk definition and meaning
03

χτυπώ, κοπανώ

hit, especially on the head
04

σταματώ, τερματίζω

come to a stop
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store