Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Conk
01
μύτη, ρινάρι
a slang term for nose that is often used in informal contexts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
conks
to conk
01
λιποθυμώ, χάνω τις αισθήσεις μου
to suddenly lose consciousness, often due to exhaustion, shock, or injury
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
conk
ενεστώτας
conk out
γ΄ ενικό πρόσωπο
conks out
ενεστώτα μετοχή
conking out
απλός αόριστος
conked out
παθητική μετοχή
conked out
Παραδείγματα
The long hours of work caused her to conk in the middle of the meeting.
Οι μεγάλες ώρες εργασίας την έκαναν να λιποθυμήσει στη μέση της συνάντησης.
02
πεθαίνω, αποθνήσκω
pass from physical life and lose all bodily attributes and functions necessary to sustain life
03
χτυπώ, κοπανώ
hit, especially on the head
04
σταματώ, τερματίζω
come to a stop



























