Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Congresswoman
01
βουλευτής, μέλος της βουλής
a woman elected to serve in the U.S. House of Representatives
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
congresswomen
Παραδείγματα
She has served as a congresswoman for two terms.
Έχει υπηρετήσει ως congresswoman για δύο θητείες.
Λεξικό Δέντρο
congresswoman
congress
woman



























