Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Congresswoman
01
βουλευτής, μέλος της βουλής
a woman elected to serve in the U.S. House of Representatives
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
congresswomen
αρσενικό ενικό
congressman
θηλυκό ενικό
congresswoman
neutral form
member of Congress
Παραδείγματα
The congresswoman introduced a new healthcare bill.
Η congresswoman εισήγαγε ένα νέο νομοσχέδιο για την υγειονομική περίθαλψη.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
congresswoman
congress
woman



























