Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to congregate
01
συγκεντρώνομαι, συναθροίζομαι
to come together in a group, often for a specific purpose or activity
Intransitive: to congregate somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
congregate
γ΄ ενικό πρόσωπο
congregates
ενεστώτα μετοχή
congregating
απλός αόριστος
congregated
παθητική μετοχή
congregated
Παραδείγματα
Before the lecture, students congregated outside the lecture hall.
Πριν από τη διάλεξη, οι φοιτητές συγκεντρώθηκαν έξω από την αίθουσα διαλέξεων.
Λεξικό Δέντρο
congregating
congregation
congregate



























