Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Congee
01
κόντζι, ρυζόχυλο
a type of rice porridge commonly eaten in many Asian countries, made by boiling rice in a large amount of water or broth until it breaks down into a thick, creamy consistency
02
άδεια, επίσημη άδεια αναχώρησης
formal permission to depart
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
03
απόλυση χωρίς προειδοποίηση, απόλυση χωρίς τελετή
an abrupt and unceremonious dismissal
04
κοίλο πλαίσιο, κόντζι
(architecture) a concave molding
to congee
01
κάνω τελετουργική υπόκλιση, κάνω υπόκλιση
perform a ceremonious bow
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
congee
γ΄ ενικό πρόσωπο
congees
ενεστώτα μετοχή
congeeing
απλός αόριστος
congeed
παθητική μετοχή
congeed
02
αποχωρώ μετά από επίσημη άδεια, ζητώ άδεια να φύγω
depart after obtaining formal permission



























