Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
confirming
01
επιβεβαιωτικός, επαληθευτικός
indicating existence or presence of a suspected condition or pathogen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most confirming
συγκριτικός βαθμός
more confirming
διαβαθμίσιμο
02
επιβεβαιώνοντας, corroborating
serving to support or corroborate
Λεξικό Δέντρο
disconfirming
confirming
confirm



























