Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Confidante
01
εμπιστευτική, οικεία φίλη
a woman trusted with someone's private thoughts, secrets, or personal matters
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
confidantes
Παραδείγματα
She was his closest confidante, the one he told everything to.
Ήταν η πιο στενή εμπιστευτική του, αυτή στην οποία έλεγε τα πάντα.



























