Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to confabulate
01
κουβεντιάζω, φλυαρώ
to have a casual and light conversation without sharing a lot of information
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
confabulate
γ΄ ενικό πρόσωπο
confabulates
ενεστώτα μετοχή
confabulating
απλός αόριστος
confabulated
παθητική μετοχή
confabulated
Παραδείγματα
Students gathered in the cafeteria to confabulate during their lunch break.
Οι μαθητές συγκεντρώθηκαν στην καφετέρια για να συζητήσουν κατά τη διάρκεια του διαλείμματος για μεσημεριανό.
02
συμβουλεύομαι, συζητώ
to confer or discuss something with others
Intransitive
Παραδείγματα
The board members will confabulate next week to review the budget.
Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου θα συζητήσουν την επόμενη εβδομάδα για να εξετάσουν τον προϋπολογισμό.
03
επινοώ, κατασκευάζω
to create or invent fictitious experiences or details to fill gaps in one's memory
Intransitive
Transitive: to confabulate experiences or details
Παραδείγματα
The therapist helped the client recognize when he was confabulating memories.
Ο θεραπευτής βοήθησε τον πελάτη να αναγνωρίσει πότε κατασκεύαζε αναμνήσεις.
Λεξικό Δέντρο
confabulation
confabulate



























