Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Confabulation
01
κουβέντα, ανεπίσημη συζήτηση
an informal conversation
02
πλαστομνησία, κατασκευασμένη ανάμνηση
(psychiatry) a plausible but imagined memory that fills in gaps in what is remembered
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
confabulations
Λεξικό Δέντρο
confabulation
confabulate



























