Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Confab
01
ανεπίσημη συζήτηση, κουβέντα
an informal conversation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
confabs
to confab
01
κουβεντιάζω, φλυαρώ
talk socially without exchanging too much information
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
confab
γ΄ ενικό πρόσωπο
confabs
ενεστώτα μετοχή
confabbing
απλός αόριστος
confabbed
παθητική μετοχή
confabbed
02
συμβουλεύομαι, διεξάγω σύσκεψη
have a conference in order to talk something over



























