Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Condolence
01
συλλυπητήρια, συμπάθεια
an expression of compassion toward an individual who has lost someone in their life recently
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
condolences
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
condolence
condole



























