concordat
con
kən
καν
cor
ˈkɔ:
κο
dat
dæt
νταιτ

Ορισμός και σημασία του "concordat"στα αγγλικά

01

συμφωνία, σύμβαση

a formal agreement, particularly one between a certain country and the Roman Catholic Church 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
concordats
Παραδείγματα
The country signed a concordat with the Vatican to regulate church-state relations. 

Η χώρα υπέγραψε μια συμφωνία με το Βατικανό για τη ρύθμιση των σχέσεων μεταξύ εκκλησίας και κράτους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store