concluded
conc
ˈkənk
kēnk
lu
lu:
loo
ded
dɪd
did
included

Ορισμός και σημασία του "concluded"στα αγγλικά

01

ολοκληρωμένος, τελειωμένος

having come or been brought to a conclusion 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most concluded
συγκριτικός βαθμός
more concluded
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
process, state, events

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

concluded
conclude
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store