Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Concert hall
01
αίθουσα συναυλιών, αμφιθέατρο
a large building or room that is designed for performing concerts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
concert halls
Παραδείγματα
The annual music festival will take place in the concert hall, featuring a variety of genres and talented musicians.
Το ετήσιο μουσικό φεστιβάλ θα πραγματοποιηθεί στην αίθουσα συναυλιών, με ποικίλα είδη και ταλαντούχους μουσικούς.



























