Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to conceptualize
01
εννοιολογώ, διαμορφώνω μια ιδέα
to form an idea or concept in the mind by combining existing ideas or information
Transitive: to conceptualize an idea or concept
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
conceptualize
γ΄ ενικό πρόσωπο
conceptualizes
ενεστώτα μετοχή
conceptualizing
απλός αόριστος
conceptualized
παθητική μετοχή
conceptualized
Παραδείγματα
Authors often spend time conceptualizing the plot and characters before writing a novel.
Οι συγγραφείς συχνά ξοδεύουν χρόνο εννοιολογώντας την πλοκή και τους χαρακτήρες πριν γράψουν ένα μυθιστόρημα.
Λεξικό Δέντρο
conceptualize
conceptual
concept



























