conceptual
con
kən
καν
cep
ˈsɛp
σεπ
tual
ʧuəl
τσουαλ

Ορισμός και σημασία του "conceptual"στα αγγλικά

conceptual
01

εννοιολογικός, αφηρημένος

involving ideas rather than physical objects or experiences 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
thought, abstraction, philosophy
Παραδείγματα
The conceptual art installation challenged viewers to rethink traditional notions of beauty. 

Η εννοιολογική καλλιτεχνική εγκατάσταση προκάλεσε τους θεατές να επανεξετάσουν τις παραδοσιακές έννοιες της ομορφιάς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

conceptualism
conceptualistic
conceptuality
conceptual
concept
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store