concavity
con
kɒn
κον
ca
ˈkæ
και
vi
βι
ty
ti
τι

Ορισμός και σημασία του "concavity"στα αγγλικά

01

κοιλότητα, κοίλη καμπυλότητα

a shape, line or surface that is hollow and is rounded inward 
concavity definition and meaning
02

κοιλότητα, ιδιότητα κοίλου σχήματος

the property possessed by a concave shape 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
concavities

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store