Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Concavity
01
κοιλότητα, κοίλη καμπυλότητα
a shape, line or surface that is hollow and is rounded inward
02
κοιλότητα, ιδιότητα κοίλου σχήματος
the property possessed by a concave shape
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
concavities
LanGeek



























