Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Comrade
01
σύντροφος, συνοδοιπόρος
a friend or companion who regularly spends time with another
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
comrades
Παραδείγματα
He considered his hiking partner a true comrade.
Θεωρούσε τον συνταξιδιώτη του στην πεζοπορία έναν αληθινό σύντροφο.
02
σύντροφος, κομμουνιστής
a member of the Communist Party or someone sharing its political affiliation
Παραδείγματα
The comrade addressed the assembly with a passionate speech.
Ο σύντροφος απευθύνθηκε στη συνέλευση με ένα παθιασμένο λόγο.
03
σύντροφος, συναγωνιστής
a term of address for men participating in the same political or social movement
Παραδείγματα
"Comrade, have you finished the report?" he asked.
Σύντροφε, έχεις τελειώσει την έκθεση; ρώτησε.
Λεξικό Δέντρο
comradely
comradeship
comrade



























