Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to computerize
01
ηλεκτρονικοποιώ, χρησιμοποιώ υπολογιστές
to use computers to perform a task or do a particular job
Παραδείγματα
The restaurant has computerized its ordering system to speed up service and reduce wait times.
Το εστιατόριο έχει ηλεκτρονικοποιήσει το σύστημα παραγγελιών του για να επιταχύνει την εξυπηρέτηση και να μειώσει τους χρόνους αναμονής.
02
υπολογιστικοποιώ, ψηφιοποιώ
to store information in digital form within a computer
Παραδείγματα
They are working to computerize land ownership data.
Δουλεύουν για να ηλεκτρονικοποιήσουν τα δεδομένα ιδιοκτησίας γης.
03
υπολογιστικοποιώ, εξοπλίζω με υπολογιστές
to equip an organization, workplace, or system with computers
Παραδείγματα
Local branches were computerized to connect with the head office.
Τα τοπικά υποκαταστήματα ηλεκτρονικοποιήθηκαν για να συνδεθούν με την κεντρική έδρα.
Λεξικό Δέντρο
computerize
computer
compute



























