Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Component part
01
συστατικό μέρος, συνθετικό στοιχείο
something determined in relation to something that includes it
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
component parts



























