compliance
comp
ˈkəmp
kēmp
liance
laɪəns
laiens
biosciencemisallianceapplianceaffiance

Ορισμός και σημασία του "compliance"στα αγγλικά

01

συμμόρφωση, τήρηση κανόνων

the act of following rules or regulations 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Regulatory compliance is essential for businesses to operate legally and avoid penalties. 

Η συμμόρφωση με τους κανονισμούς είναι απαραίτητη για τις επιχειρήσεις να λειτουργούν νόμιμα και να αποφεύγουν κυρώσεις.

02

υποταγή, υπακοή

a habitual or characteristic tendency to yield to the wishes, requests, or influence of others 
Παραδείγματα
Her compliance made her a popular team member. 

Η υποτακτικότητά της την έκανε δημοφιλές μέλος της ομάδας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store