Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Compliance
01
συμμόρφωση, τήρηση κανόνων
the act of following rules or regulations
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Regulatory compliance is essential for businesses to operate legally and avoid penalties.
Η συμμόρφωση με τους κανονισμούς είναι απαραίτητη για τις επιχειρήσεις να λειτουργούν νόμιμα και να αποφεύγουν κυρώσεις.
02
υποταγή, υπακοή
a habitual or characteristic tendency to yield to the wishes, requests, or influence of others
Παραδείγματα
Her compliance made her a popular team member.
Η υποτακτικότητά της την έκανε δημοφιλές μέλος της ομάδας.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
compliancy
compliance
comply



























