compliance
Pronunciation
/kəmˈplaɪəns/

Ορισμός και σημασία του "compliance"στα αγγλικά

01

συμμόρφωση, τήρηση κανόνων

the act of following rules or regulations
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Healthcare professionals must ensure compliance with patient confidentiality laws to protect sensitive information.
Οι επαγγελματίες υγείας πρέπει να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση με τους νόμους για την εχεμύθεια των ασθενών προκειμένου να προστατεύουν ευαίσθητες πληροφορίες.
02

υποταγή, υπακοή

a habitual or characteristic tendency to yield to the wishes, requests, or influence of others
Παραδείγματα
His personality displayed a high level of compliance.
Η προσωπικότητά του έδειχνε υψηλό επίπεδο συμμόρφωσης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store