complexity
comp
ˈkəmp
kēmp
lex
lɛk
lek
i
si
ty
ti
ti
complicity

Ορισμός και σημασία του "complexity"στα αγγλικά

01

πολυπλοκότητα, περίπλοκη φύση

the quality of being intricate and compounded 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
complexities

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

complexity
complex
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store