Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
completely
01
πλήρως, ολοκληρωτικά
to the greatest amount or extent possible
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
επίρρημα βαθμού
Παραδείγματα
He completely forgot about the meeting.
Ξέχασε εντελώς τη συνάντηση.
1.1
πλήρως, ολοκληρωτικά
in a way that covers the whole of something or leaves nothing out
Παραδείγματα
The application form must be completely filled out before submission.
Η αίτηση πρέπει να συμπληρωθεί πλήρως πριν από την υποβολή.
Λεξικό Δέντρο
incompletely
completely
complete



























