Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Completion
01
ολοκλήρωση, τελείωμα
the final step or last effort needed to successfully finish a particular activity or project
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
completions
Παραδείγματα
The completion of the project took longer than expected.
Η ολοκλήρωση του έργου διήρκησε περισσότερο από το αναμενόμενο.
02
ολοκλήρωση, επιτυχής πάσα
(American football) a successful forward pass in football
03
ολοκλήρωση, τελείωμα
the act or process of bringing something to its end
Παραδείγματα
The project’s completion is scheduled for next week.
Η ολοκλήρωση του έργου έχει προγραμματιστεί για την επόμενη εβδομάδα.
Λεξικό Δέντρο
completion
complete



























