Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
complaisant
01
ευπρόσδεκτος, υπηρετικός
eager to please, often showing a courteous attitude toward others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most complaisant
συγκριτικός βαθμός
more complaisant
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, personality, interaction
Παραδείγματα
The complaisant waiter anticipated every need before we even asked.
Ο ευπρόσδεκτος σερβιτόρος προβλέπει κάθε ανάγκη πριν καν την ζητήσουμε.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
complaisant
complais



























