Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
complacent
01
αυτάρεσκος, ικανοποιημένος
overly satisfied or content with one's current situation or achievements, often to the point of neglecting potential risks or improvements
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most complacent
συγκριτικός βαθμός
more complacent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite declining sales figures, the company remained complacent, refusing to implement changes to its marketing strategy.
Παρά την πτώση των πωλήσεων, η εταιρεία παρέμεινε αυτάρεσκη, αρνούμενη να εφαρμόσει αλλαγές στη στρατηγική μάρκετινγκ της.
Λεξικό Δέντρο
complacently
complacent



























