Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
commutable
01
μεταβλητός, υπό μεταβολή
subject to alteration or change
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most commutable
συγκριτικός βαθμός
more commutable
διαβαθμίσιμο
02
μεταβλητός, μειώσιμος
able to be changed or reduced, especially a punishment or sentence
Παραδείγματα
The court reviewed whether the life sentence was commutable under new legal provisions.
Το δικαστήριο εξέτασε αν η ισόβια ποινή ήταν μετατρέψιμη σύμφωνα με τις νέες νομικές διατάξεις.
Λεξικό Δέντρο
commutability
incommutable
commutable
commute



























