commutable
co
mmu
ˈmju:
myoo
ta
ble
bəl
bēl
computable

Ορισμός και σημασία του "commutable"στα αγγλικά

commutable
01

μεταβλητός, υπό μεταβολή

subject to alteration or change 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most commutable
συγκριτικός βαθμός
more commutable
διαβαθμίσιμο
02

μεταβλητός, μειώσιμος

able to be changed or reduced, especially a punishment or sentence 
Παραδείγματα
His sentence is commutable. 

Η ποινή του είναι μετατρέψιμη.

Λεξικό Δέντρο

commutability
incommutable
commutable
commute
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store