Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
commutable
01
μεταβλητός, υπό μεταβολή
subject to alteration or change
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most commutable
συγκριτικός βαθμός
more commutable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
law, finance, transportation
02
μεταβλητός, μειώσιμος
able to be changed or reduced, especially a punishment or sentence
Παραδείγματα
His sentence is commutable.
Η ποινή του είναι μετατρέψιμη.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
commutability
incommutable
commutable
commute



























