Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Community service
01
κοινωνική εργασία, εθελοντική εργασία
unpaid work done either as a form of punishment by a criminal or as a voluntary service by a citizen
Παραδείγματα
He found fulfillment in community service, knowing that his efforts were making a positive impact on those in need.
Βρήκε την ικανοποίηση στην κοινωνική εργασία, γνωρίζοντας ότι οι προσπάθειές του είχαν θετική επίδραση σε όσους βρίσκονταν σε ανάγκη.



























