Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Commune
01
δήμος
a local administrative unit in certain countries, functioning as the smallest division of government
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
communes
Παραδείγματα
Residents of the commune voted in the local elections to choose their representatives on the council.
Οι κάτοικοι του δήμου ψήφισαν στις τοπικές εκλογές για να επιλέξουν τους εκπροσώπους τους στο συμβούλιο.
02
κοινότητα
a body of people or families living together and sharing everything
to commune
01
επικοινωνώ στενά; βρίσκομαι σε κατάσταση αυξημένης, στενής υποδοχής
communicate intimately with; be in a state of heightened, intimate receptivity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
commune
γ΄ ενικό πρόσωπο
communes
ενεστώτα μετοχή
communing
απλός αόριστος
communed
παθητική μετοχή
communed
02
αγιάζομαι, λαμβάνω την Θεία Κοινωνία
receive Communion, in the Catholic church
Λεξικό Δέντρο
communal
communism
communist
commune



























