commune
co
ˈkɒ
κο
mmune
mju:n
μγουν
commute

Ορισμός και σημασία του "commune"στα αγγλικά

01

δήμος

a local administrative unit in certain countries, functioning as the smallest division of government 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
communes
Παραδείγματα
The mayor of the commune held a town hall meeting to discuss the new public transportation plans. 

Ο δήμαρχος της κοινότητας πραγματοποίησε συνεδρίαση δημοτικού συμβουλίου για να συζητήσει τα νέα σχέδια δημόσιων μεταφορών.

02

κοινότητα

a body of people or families living together and sharing everything 
to commune
01

επικοινωνώ στενά; βρίσκομαι σε κατάσταση αυξημένης, στενής υποδοχής

communicate intimately with; be in a state of heightened, intimate receptivity 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
commune
γ΄ ενικό πρόσωπο
communes
ενεστώτα μετοχή
communing
απλός αόριστος
communed
παθητική μετοχή
communed
02

αγιάζομαι, λαμβάνω την Θεία Κοινωνία

receive Communion, in the Catholic church 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

communal
communism
communist
commune
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store