commotion
co
mmo
ˈməʊ
mew
tion
ʃən
shēn
communion

Ορισμός και σημασία του "commotion"στα αγγλικά

01

θόρυβος, σύγχυση

a sudden and noisy confusion 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
commotions
Παραδείγματα
There was a loud commotion in the hallway when the fire alarm went off. 

Υπήρχε μια δυνατή αναστάτωση στο διάδρομο όταν χτύπησε ο συναγερμός πυρκαγιάς.

02

θόρυβος, ταραχή

the act of making a noisy disturbance 
03

αναστάτωση, θόρυβος

confused movement 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store