Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Commotion
01
θόρυβος, σύγχυση
a sudden and noisy confusion
Παραδείγματα
The police arrived quickly after the commotion was heard in the alleyway.
Η αστυνομία έφτασε γρήγορα αφού ακούστηκε η ταραχή στο σοκάκι.
02
θόρυβος, ταραχή
the act of making a noisy disturbance
03
αναστάτωση, θόρυβος
confused movement



























