Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Commotion
01
θόρυβος, σύγχυση
a sudden and noisy confusion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
commotions
Παραδείγματα
There was a loud commotion in the hallway when the fire alarm went off.
Υπήρχε μια δυνατή αναστάτωση στο διάδρομο όταν χτύπησε ο συναγερμός πυρκαγιάς.
02
θόρυβος, ταραχή
the act of making a noisy disturbance
03
αναστάτωση, θόρυβος
confused movement



























