Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
agreeably
01
ευχάριστα, ικανοποιητικά
in a pleasant, enjoyable, or satisfactory manner
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The evening passed agreeably with good food and conversation.
Το βράδυ πέρασε ευχάριστα με καλό φαγητό και συζήτηση.
Λεξικό Δέντρο
disagreeably
agreeably
agreeable
agree



























