Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to agonize
01
βασανίζομαι, αγωνιώ
to suffer mental pain or intense worry about a difficult decision or situation
Intransitive: to agonize over sth | to agonize about sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
agonize
γ΄ ενικό πρόσωπο
agonizes
ενεστώτα μετοχή
agonizing
απλός αόριστος
agonized
παθητική μετοχή
agonized
Παραδείγματα
She agonized over whether to accept the job offer or stay in her current position.
Αγωνιούσε αν θα δεχτεί την προσφορά εργασίας ή θα μείνει στην τρέχουσα θέση της.
02
βασανίζω, τρομάζω
to make someone feel great emotional pain or distress
Transitive: to agonize sb
Παραδείγματα
The thought of losing her job agonized her for days.
Η σκέψη της απώλειας της δουλειάς της την βασάνιζε για μέρες.
Λεξικό Δέντρο
agonized
agonizing
agonize
agon



























