Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
coming
01
ερχόμενος, επερχόμενος
going to happen soon
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The coming weeks will be crucial as we finalize the project.
Οι ερχόμενες εβδομάδες θα είναι κρίσιμες καθώς ολοκληρώνουμε το έργο.
Coming
01
έλευση, άφιξη
arrival that has been awaited (especially of something momentous)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
comings
02
πλησίασμα, άφιξη
the act of drawing spatially closer to something
03
κορύφωση, οργασμός
the moment of most intense pleasure in sexual intercourse
04
έλευση, πλησίασμα
the temporal property of becoming nearer in time
Λεξικό Δέντρο
incoming
upcoming
coming
come



























