coming
co
ˈkʌ
ka
ming
mɪng
ming
coamingcodingcovingcombing

Ορισμός και σημασία του "coming"στα αγγλικά

01

ερχόμενος, επερχόμενος

going to happen soon 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The coming weeks will be crucial as we finalize the project. 

Οι ερχόμενες εβδομάδες θα είναι κρίσιμες καθώς ολοκληρώνουμε το έργο.

01

έλευση, άφιξη

arrival that has been awaited (especially of something momentous) 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
comings
02

πλησίασμα, άφιξη

the act of drawing spatially closer to something 
03

κορύφωση, οργασμός

the moment of most intense pleasure in sexual intercourse 
04

έλευση, πλησίασμα

the temporal property of becoming nearer in time 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store