comforted
com
ˈkʌm
kam
for
ted
tɪd
tid
contorted

Ορισμός και σημασία του "comforted"στα αγγλικά

01

παρηγορημένος, καθησυχασμένος

having recieved reassurance, consolation, or given a sense of support and ease 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most comforted
συγκριτικός βαθμός
more comforted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Nestled under the cozy blanket, the child felt comforted and secure. 

Κουρνιασμένο κάτω από τη ζεστή κουβέρτα, το παιδί ένιωθε παρηγορημένο και ασφαλές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store